“Athens-lockdown 2020” από την Ντίνα Κουμπούλη
Μετακίνηση 4: Κίνηση για παροχή βοήθειας σε ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη. Αυτός είναι ο κωδικός που χρησιμοποίησε η φωτογράφος Ντίνα Κουμπούλη προκειμένου να διεκπαιρεώσει το φωτογραφικό project “Athens-lockdown 2020”. Βοήθεια σε ανθρώπους που θέλουν οπωσδήποτε να φωτογραφηθούν πιο συγκεκριμένα, αφου το ζητούμενο ήταν να καταγράψει την πρωτόγνωρη εμπειρία της καραντίνας που έφερε ο covid-19 και στην Ελλάδα. Μέσα από τις φωτογραφίες της η καλλιτέχνης απαθανάτισε αυτήν την κρίσιμη περίοδο και μαζί τον ψυχισμό 35+1 κατοίκων της Αθήνας.
Το οδοιπορικό της Ντίνας Κουμπούλη αποτελεί ένα φωτογραφικό ντοκουμέντο (documentary) του διαστήματος που περάσαμε, το χρονικό, μιας ιστορικής περίστασης της παγκόσμιας σύγχρονης ιστορίας, και μία αφηγηματική καταγραφή (narrative) που χρησιμοποιεί τις εικόνες για να πει την ιστορία. Αντανακλά παράλληλα τα συναισθήματα που βίωσε η καλλιτέχνης και τα θέματα της, τα συναισθήματα που εν τέλει βιώσαμε όλοι μας, ξεχωριστά και μαζί, κάτω από τις πρωτόγνωρες συνθήκες ενός καθόλου βίαιου πλην όμως υποχρεωτικού εγκλεισμού – μία ειρηνικής περιόδου φυλάκισης και αποκοπής από τον κόσμο και το background της καθημερινότητας μας. Αφετηρία ήταν ένα εσωτερικό συναισθηματικό επείγον: η ανάγκη της καλλιτέχνιδας για επαφή – με τους ανθρώπους της αλλά και την πόλη, το οικείο περιβάλλον στο οποίο ξετυλίγεται η ζωή, το οποίο ξαφνικά τέθηκε εκτός ορίων. Το project επινοήθηκε στην ουσία, προκειμένου να εξυπηρετήσει αυτήν την ανάγκη και να αντιμετωπίσει την ψυχολογική πρόκληση, το ελλοχεύον αίσθημα της κατάθλιψης, αλλά και απο ειλικρινές ανθρώπινο ενδιαφέρον: η Κουμπούλη ήθελε να δει τους φίλους και να τους ρωτήσει πως τα βγάζουν πέρα, να μάθει αν είναι καλά. Πρόκειται για μια απο τις ιδιαίτερες περιπτώσεις που το έργο τέχνης δεν περιορίζεται στο οπτικό αποτέλεσμα, αλλά περιλαμβάνει και την ίδια την ιδέα του έργου, το κόνσεπτ, εν προκειμένω ακόμη και την εκτέλεση.
Οι φωτογραφήσεις έγιναν μεταξύ 1 Απριλίου – 3 Μαΐου τα μεσάνυχτα, από την ημέρα δηλαδή που ο εγκλεισμός έγινε υποχρεωτικός μέχρι την στιγμή που έληξε ο περιορισμός μετακίνησης. Η δράση ξετυλίχθηκε σε όλη την Αθήνα: Φάληρο, Χολαργός, Νίκαια, Μαρούσι είναι μερικές μόνο από τις περιοχές στις οποίες η φωτογράφος βρέθηκε εν μέσω απαγόρευσης κυκλοφορίας. Όλο αυτό το διάστημα η καλλιτέχνης εργάστηκε καθημερινά, το project έγινε το προσωπικό της στοίχημα και μαζί η δική της σανίδα σωτηρίας. Για την Κουμπούλη το δια ταύτα δεν ήταν μόνο το τελικό αποτέλεσμα αλλά και το πλαίσιο της εμπειρίας, τα στάδια της διαδικασίας, ένα συγκεκριμένο τυπικό που όφειλε να ακολουθηθεί, το οποίο έμοιαζε περισσότερο με τελετουργία: το να επιλέξει τα σωστά σύνεργα, να ετοιμαστεί, να στείλει το μήνυμα, να διασχίσει τους έρημους δρόμους. Σαν μία περφόρμανς για έναν θεατή: τον ίδιο της τον εαυτό.
Στην αρχή δεν ήξερε τι να περιμένει. Είχε άγχος πριν πάει στις συναντήσεις, ανησυχία για το πως θα μετακινηθεί, για τις αντιδράσεις των ανθρώπων που θα συναντούσε. Υπήρχε ένα απροσδιόριστο συναίσθημα φόβου και ο υπαινιγμός μιας σιωπηλής παραβατικότητας, εκ των πραγμάτων επιβεβλημένης από την πραγματικότητα. Σε πρώτο πλάνο οι συναντήσεις ήταν διστακτικές, η φωτογράφος δεν έμπαινε καν στα σπίτια των ανθρώπων, η συνεννόηση γινόταν από απόσταση. Για κάποια από τα άτομα η Κουμπούλη ήταν ο πρώτος άνθρωπος που έβλεπαν, εκτός από τον περιπτερά και τον μανάβη. Μία υφέρπουσα φοβική αίσθηση είχε περάσει στην ψυχολογία όλων, έδινε έναν αμήχανο τόνο. Δεν υπήρχε το κοινωνικό στοιχείο, επικεντρώνονταν αυστηρά στο project, τηρώντας τις αποστάσεις, με γάντια, μάσκες – ό,τι προβλεπόταν. Ο κάθε φωτογραφιζόμενος έθετε τους όρους και τα όρια του. Άλλος δεν ήθελε να φωτογραφηθεί στο σπίτι, άλλος δεν ήθελε να φύγει από το σπίτι. Η αλήθεια του καθένα έβγαινε στον τρόπο που χειριζόταν το θέμα. Η αποτύπωση της αλήθειας, όποια και αν ήταν αυτή, ήταν το βασικό ζητούμενο. Στην πορεία βρέθηκαν τα πατήματα και ήρθε η αίσθηση της εσωτερικής επιβεβαίωσης: από ένα σημείο και μετά η φωτογράφος αισθανόταν ότι έκανε κάτι πολύ σημαντικό, σε μία κρίσιμη στιγμή πρόσφερε μία πολύτιμη υπηρεσία.
Ταράτσες, είσοδοι, μπαλκόνια, ακάλυπτοι, δρόμοι – το background των φωτογραφήσεων. Οικογένειες, ζευγάρια, παρέες, άνθρωποι μόνοι τους. Μια περίεργη ανθρωπογεωγραφία, ένα ψυχολογικό ψηφιδωτό άνευ προηγουμένου. Η κάθε φωτογράφηση έχει τη δική της ιστορία. Νέες συμπεριφορές, νέες συνήθειες, αλλαγές που συνέβησαν αθόρυβα. Σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι γνωρίστηκαν ή επανασυστήθηκαν τόσο με τις γειτονιές και την πόλη τους όσο και μεταξύ τους. Πράγματα που φαίνονταν παραξενα ή ξένα ξαφνικά έγιναν νόρμα. Οι φωτογραφίες αφηγούνται αυτές τις ιστορίες.
Η δράση γρήγορα απέκτησε traction, πολλοί ζήτησαν να φωτογραφηθούν, θέλοντας να γίνουν και οι ίδιοι κομμάτι της ιστορίας. Απορροφημένη στο project, η ίδια η καλλιτέχνις ήθελε να προχωρήσει αλλά ο χρόνος δεν το επέτρεπε. Κάποιοι προτειναν να συνεχίσει, «έλα μωρέ, ποιος θα το καταλάβει;», η Κουμπούλη όμως αρνήθηκε γιατί ήξερε ότι δεν υπήρχε “μετά”. Το να είναι αυθεντικό, μέσα και κάτω από τη σκιά της απαγόρευσης και του φόβου δεν ήταν κομμάτι του project, ήταν το ιδιο το project και η ουσία του.
Η τελευταία φωτογράφηση πραγματοποιήθηκε το βράδυ πριν την απελευθέρωση της κυκλοφορίας και σηματοδότησε το τέλος. Αυτόματα η καλλιτέχνης αισθάνθηκε ότι η προσπάθεια ολοκληρώθηκε και μαζί ότι έκλεισε μια σημαντική περίοδος της ζωής της.
Όπως ένα βιβλίο ή ένα σενάριο ταινίας οι φωτογραφίες της Ντίνας Κουμπούλη αφηγούνται μια ιστορία και την αφηγούνται καλά: η κάθε εικόνα μας προκαλεί να μαντέψουμε, μας κάνει να ανυπομονούμε να μάθουμε την εξέλιξη, ενώ η συναισθηματική μας σύνδεση είναι δεδομένη: αισθανόμαστε από την αρχή κεντρικοί ήρωες στην αφήγηση. Είναι το documento μιας ιστορικής περιόδου και μαζί μία ανθρώπινη κραυγή επικοινωνίας. Τέλος μια συμβολική χειρονομία, ένα ανοιχτό χέρι που προσφέρεται τρυφερά στον συνάνθρωπο και επιβεβαιώνει ότι είμαστε εδώ και θα περάσουμε μαζί αυτή και κάθε δύσκολη συγκυρία. Η ιστορία αυτή είναι η αλήθεια μας.
Αλεξάνδρα Κολλάρου